Γράφει η Ελένη Τσάκωνα, Ψυχολόγος
Κέντρο Ψυχολογικής Παρέμβασης
Θεραπεύω-Συν, Συν-Θεραπεύω

Α’ Μέρος

Τα τελευταία χρόνια ένα από τα πιο συχνά αιτήματα προς αντιμετώπιση που έρχεται από τον κλάδο των εκπαιδευτικών και των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων, είναι το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού. Αυτό που αναρωτιέμαι είναι: γιατί τώρα; Γιατί τώρα δίνεται τόση έμφαση σε ένα ζήτημα που υπήρχε πάντοτε στα σχολεία, στις αλάνες, στον εργασιακό χώρο; Πάντα υπήρχε ένα ποσοστό ατόμων (θύματα) που υπέφερε από αυτό το πρόβλημα, το οποίο όχι μόνο δεν αντιμετωπιζόταν, αλλά πολλοί ήταν αυτοί που αντιμετώπιζαν τα θύματα ως αδύναμα ή περιθωριακά άτομα. Θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες πληροφορίες και κάποιες σκέψεις, εμπλουτίστε κι εσείς με τις δικές σας σκέψεις, για να δούμε τι το φέρνει τώρα στην καθημερινότητα ως φλέγον ζήτημα.

Το φαινόμενο του bullying (εκφοβισμός) εντάσσεται σε μία απ’τις μορφές της νεανικής παραβατικότητας, που σημαίνει πως είναι μία μη κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά και πολλές φορές γίνεται κοινωνικά επιλήψιμη. Την τελευταία δεκαετία παρουσιάζεται παγκοσμίως αύξηση στα κρούσματα βίας μεταξύ ανηλίκων. Όλο και πιο συχνά γίνονται έρευνες ώστε να δουν οι επιστήμονες τις ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές στη μορφή με την οποία εκδηλώνεται, στους παράγοντες που οφείλεται, καθώς και στις πολιτισμικές διαφορές.

Με τον όρο bullying εννοούμε τη λεκτική, σωματική και ψυχολογική βία, τη σεξουαλική παρενόχληση καθώς και το βανδαλισμό. Στόχος του θύτη είναι να προκαλέσει σωματικό ή ψυχικό πόνο και κοινωνικό αποκλεισμό του ατόμου που έχει στοχοποιήσει. Πιο συγκεκριμένα, μερικά παραδείγματα bullying είναι οι προσβολές, οι χειρονομίες, τα χτυπήματα, οι απειλές και η διάδοση ψευδών φημών καθώς και η κλοπή προσωπικών αντικειμένων. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο κληροδοτεί τόσο στο θύτη όσο και στο θύμα έντονο συναισθηματικό στρες, πολλές φορές ακόμα και ψυχικές διαταραχές.

Οι αιτιολογικοί παράγοντες είναι πολλοί ξεκινώντας από το φύλο, τους γενετικούς παράγοντες και την εφηβική ηλικία και συνεχίζουν με το ρόλο της οικογένειας, τις σχολικές επιδόσεις, την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και το διαδίκτυο. Δίχως να έχω πρόθεση να μειώσω κάποιον εξ’ αυτών, θα ήθελα να σταθώ σε κάποιους παράγοντες.

Αν αναφερθούμε με όρους συστήματος, τα δύο πρώτα και βασικότερα συστήματα που εντάσσεται ένας άνθρωπος είναι αυτά της οικογένειάς του και του σχολείου. Κάποιες από τις βασικότερες αρχές που διέπουν ένα σύστημα και το καθιστούν λιγότερο ή περισσότερο λειτουργικό, είναι η οριοθέτηση και η επικοινωνία. Με απλά λόγια, όταν τα όρια είναι αυστηρά και άκαμπτα, δημιουργούνται δύο κόσμοι που είναι δύσκολο να συναντηθούν και να επικοινωνήσουν: ο κόσμος των γονιών vs ο κόσμος των παιδιών, ο κόσμος του σχολείου και των εκπαιδευτικών vs ο κόσμος των μαθητών

Αν πάλι τα όρια είναι συγκεχυμένα και δεν υπάρχουν διακριτοί ρόλοι, τότε τα μηνύματα είναι μπερδεμένα, η συναισθηματική εμπλοκή και η λήψη των αποφάσεων αρχίζει να γίνεται προβληματική. Για παράδειγμα, έρχεται μία οικογένεια απορρημένη που τόσα χρόνια με τα δυο τους παιδιά, όταν αυτά ήταν μικρότερα, έπαιρναν μαζί σχεδόν όλες τις αποφάσεις και τώρα που τα παιδιά θέλουν να παίζουν όλο και περισσότερη ώρα ηλεκτρονικά παιχνίδια υπάρχει μεγάλος θυμός και σύγκρουση. Αντίστοιχα, σε μια σχολική αίθουσα μπορεί κάποιος εκπαιδευτικός να αποφασίσει να δώσει τη διαχείριση στο πώς θα γίνει το μάθημα και τις θεματικές στους μαθητές του και ξαφνικά όταν έρχεται αυστηρή οδηγία από το Υπουργείο για την ύλη, να αναιρεί τα προηγούμενα προσπαθώντας να εφαρμόσει ένα ξένο μοντέλο στους μαθητές του.

Όταν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια και όταν η ιεραρχία δε γίνεται εξουσία και άκαμπτη επιβολή τότε τα άτομα έχουν ταυτόχρονα και την αίσθηση της ατομικότητας και την αίσθηση του ανοίκειν. Η αυτονομία με την ασφάλεια βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να συμπορευθούν. Η ξεκάθαρη και με σεβασμό επικοινωνία ενισχύει τα θετικά κομμάτια του κάθε υποσυστήματος, δίνοντάς του έτσι εσωτερικά κίνητρα εξέλιξης και όχι την ανάγκη να υποκαταστήσει ρόλους που δεν είναι δικοί του. Αυτό το βλέπουμε αρκετά συχνά σήμερα, σχέσεις συγχωνευμένες, διπλά μηνύματα στην επικοινωνία και όλα αυτά ως απόρροια του φόβου: φόβος μη χάσω την “ασφάλεια”, φόβος μήπως δεν είμαι καλός γονιός, φόβος μήπως απογοητεύσω τους γονείς που πασχίζουν για μένα, φόβος μήπως με απολύσουν όταν δουν τον φάκελό μου κατά την αξιολόγηση… Κι έτσι ο φόβος γεννάει φόβο κι αυτός που φοβάται δεν ξέρουμε πώς θα αντιδράσει. Μπορεί να μείνει παθητικός, μπορεί να θέλει να εμπνεύσει φόβο γιατί έτσι έχει εκπαιδευτεί ή γιατί έτσι έχει ερμηνεύσει τις διάφορες κρίσεις στις σχέσεις.

Και όμως η κρίση στις σχέσεις έχει να μας μάθει πολλά… Και ο φόβος μπορεί τελικά να μας οδηγήσει στην ελευθερία, παρότι πρέπει να εκπαιδευτούμε και στην άλλη οπτική, τη δύσκολη, τη δημιουργική.

Author

2 Σχόλια

Write A Comment

error: Content is protected !!